Η αριστερά της μυωπίας

Συμπαθώ τους αριστερούς αλλά δεν καταλαβαίνω τι προτείνουν. Λένε ότι φταίει ο καπιταλισμός που οι τραπεζίτες κερδίζουν από πακέτα στήριξης και που οι φαρμακοβιομηχανίες πουλάνε τα φάρμακά τους πανάκριβα στο ΕΣΥ, αλλά ουσιαστικά αναφέρονται σε φαινόμενα του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Χωρίς τις πλάτες του κράτους, κάποιοι συγκεκριμένοι δε θα έκαναν ό,τι έκαναν.

Με τη γενικόλογη όμως αναφορά τους στον «νεοφιλελευθερισμό» λοιδορούν μια ιδεολογία η οποία μιλάει ακριβώς για τη μείωση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία που γεννά τις συμπεριφορές που κατακρίνουν. Και με τη γενικόλογη αναφορά τους στον «καπιταλισμό», συγχέουν τον καπιταλισμό των χιλιάδων επιχειρηματιών που παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες που όλοι χρειαζόμαστε και επιλέγουμε να αγοράσουμε με τον «καπιταλισμό» όσων λαδώνουν κρατικούς λειτουργούς για να κερδίσουν μονοπωλιακή θέση σε κρατικές προμήθειες. Εκεί που είναι «τα πολλά λεφτά».

Τι αλήθεια φταίει για την αριστερά; το κίνητρο του κέρδους λένε. Αυτό δηλαδή που κάνει όλους μας να εργαζόμαστε, να σκεφτόμαστε καινοτόμα, να δημιουργούμε νέες ιδέες. Με το κίνητρο του κέρδους, αναγκαζόμαστε να προσφέρουμε κάτι που άλλοι θέλουν να αγοράσουν. Πού το κακό; Τι φταίει για τους φιλελεύθερους: η συγκεκριμένη μορφή καπιταλισμού όπου το κίνητρο για κέρδος συναντά το γιγάντιο μηχανισμό του κράτους για να κερδίσει προνόμια: μονοπωλιακή θέση, προστασία με επιδοτήσεις, ειδικές άδειες που προστατεύουν από τον ανταγωνισμό, υπερτιμολογημένες προμήθειες, δημόσια έργα κτλ. Εν ολίγοις, χωρίς το κράτος το περιθώριο κέρδους θα περιοριζόταν σε ανταπόδοση από όλους εμάς τους καταναλωτές σε όσους επιχειρηματίες με τη συνεισφορά και το ρίσκο που πήραν μας πρόσφεραν ένα νέο προϊόν και μια υπηρεσία σε τιμή που είμαστε διατεθειμένη να πληρώσουμε.

Ακόμα όμως και το θεμιτό κέρδοςπολύ κακό για τους αριστερούς όταν μεμψιμοιρούν για μια κοινωνία «για τον άνθρωπο και όχι για τα κέρδη». Ας αναλύσουμε τι ακριβώς εννοούν. Χωρίς το κίνητρο του κέρδους αναρωτιέμαι ποιος θα παράγει, θα παίρνει ρίσκο, θα αποφασίζει τι χρειάζονται οι καταναλωτές; Αν με λίγα λόγια για να βγάλεις κέρδος στην ελεύθερη αγορά πρέπει να ικανοποιήσεις ανθρώπινες ανάγκες και μάλιστα σε τιμές προσιτές στον καταναλωτή, με τι θα αντικαταστήσεις το κίνητρο του κέρδους. Το μόνο εξίσου αποτελεσματικό κίνητρο είναι ο καταναγκασμός, και δη ο κρατικός. Να σου πει το κράτος τι θα παράγεις και τι θα καταναλώσεις και σε ποια θέση θα δουλέψεις. Αν τώρα το κράτος κάνει αυθαιρεσίες στις επιλογές αυτές δε θα μπορείς να μιλήσεις γιατί δεν θα υπάρχει άλλος εργοδότης για να βρεις δουλεία. Κι αν το κράτος κάνει ένα καλοπροαίρετο λάθος στους υπολογισμούς του, η κλίμακα των επιπτώσεων θα είναι τόσο μεγάλη που μπορεί να το πληρώσεις με πείνα. Σε αντίθεση με έναν επιχειρηματία, η κλίμακα της «εκμετάλλευσης» και του «λάθους» είναι κολοσσιαία.

Επίσης, στην ελεύθερη αγορά δεν αναγκάζεις κανένα να αγοράσει το προϊόν σου. Το κράτος όμως μπορεί να σε αναγκάσει. Με τα χρήματα των φορολογούμενων, δηλαδή δικά μας χρήματα και δανεικά μιας και δε έφταναν του κράτους τα έσοδα και υα οποία τα πληρώνουμε τώρα με τόκο, ένα κράτος μπορεί και αγοράζει σε τεχνητά υψηλές τιμές καθώς δεν ρισκάρει με δικά του χρήματα, και μπορεί να τα αγοράζει από τους «δικούς του ανθρώπους» που λαδώνουν. Υπάρχει επομένως κίνητρο στους κυβερνώντες για συμφωνίες κάτω από το τραπέζι με το αζημίωτο για αυτούς.

Γενικότερα, με το κράτος ως τον μονό αγοραστή και χωρίς να ρισκάρουν, οι κυβερνώντες τα δικά τους λεφτά ο μηχανισμός των τιμών που κατεβάζει τις τιμές στο επίπεδο της αγοραστικής δύναμης των πολλών έχει υποστεί στρέβλωση, και το κίνητρο του κέρδους δεν οδηγεί σε παραγωγή για τις ανάγκες των πολλών.
Την ανάλυση αυτή είτε την αγνοούν είτε θέλουν να την αγνοούν στην αριστερά. Διάβασα σε ένα post: «Το κεφάλαιο όχι μόνο δεν είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει σφαίρες δραστηριότητας, προστατευμένες μέχρι πρότινος προς όφελος όλου του πληθυσμού»… Προστατευμένες από τι,α ανρρωτιέμαι; από τα μονοπώλια που λυμαίνονται το χώρο της υγείας και ανεβάζουν τις τιμές των φαρμάκων υψηλά λαδώνοντας; Όταν έχεις έναν μονό αγοραστή και προμηθευτή, εδώ το κράτος στις «κοινωνικοποιημένες δραστηριότητες”, αναρωτιέμαι ποια η διαπραγματευτική δύναμη ημών που ζητάμε να καταναλώσουμε από αυτό το αγαθό;

Απαντώ λοιπόν. Δεν υπάρχει ένας καπιταλισμός αγαπητέ μου. Υπάρχουν πολλές μορφές καπιταλισμού και εγώ προτιμώ τον αποκεντρωμένο καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς παρά το συγκεντρωτικό που θα αποφασίζει τι ανάγκες έχω και τι όχι για μένα χωρίς εμένα.

Ποιά η λύση της αριστεράς; να αντικαταστήσουμε τον «καπιταλισμό» με τι; κρατικό καπιταλισμό (σοσιαλισμό όπως το ονομάζετε) με ένα καπιταλιστή το κράτος; Τι θα γίνει τότε με την «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο» όταν όλοι θα δουλεύουμε για το κράτος που θα καθορίζει πώς θα καρπωνόμαστε το αποτέλεσμα του κόπου μας; Χωρίς ιδιοκτησιακά δικαιώματα θα παίρνουμε ό,τι θα μας δίνει η κολεκτίβα, δηλαδη ό,τι αποφασίσει η κρατική ελιτ.

Αυτό που η αριστερά δε μπορεί να καταλάβει είναι ότι καμία εκλογική διαδικασία δε μπορεί να μετατρέψει το κράτος σε «καλοπροαίρετο γίγαντα».

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Επιστολή το 2008

Επιστολή προς την Καθημερινή, αρκετά διορατική, που δε δημοσιεύτηκε ποτέ.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Αξιότιμε κ. Διευθυντή σύνταξης,

Αποστέλλω στην εφημερίδα σας το παρόν κείμενο σχετικά με την πρόκληση που η παγκόσμια οικονομική κρίση θέτει στη χώρα μας, για τις πρόσθετες αδυναμίες της ελληνική οικονομία και την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις.

Με εκτίμηση στο δημοσιογραφικό σας έργο,

Άρης Τραντίδης

Το τίμημα του Επιμηθέα: Η παγκόσμια οικονομική κρίση και η Ελλάδα

Πόσο έτοιμη είναι η χώρα μας να αντιμετωπίσει την παγκόσμια οικονομική κρίση με τα δικά της εργαλεία μακροοικονομικής πολιτικής; Η επιστροφή του Κεϊνσιανού οικονομικού μοντέλου με πρωτοβουλία του Γκόρντον Μπράουν ως ένεση ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και ως στήριξη της οικονομικής ζήτησης με μείωση του ΦΠΑ καταδεικνύει τα αδιέξοδα ελληνικής οικονομίας.

Το δυσμενές δημοσιονομικό τοπίο της ελληνικής οικονομίας ήταν γνωστό ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 80, αλλά η απειλή μιας μακρόχρονης ύφεσης κατέδειξε ότι τα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης για οικονομικές πρωτοβουλίες είναι δεμένα από το υψηλό χρέος. Η επιλογή δημοσιονομικών εργαλείων στήριξης της οικονομικής ζήτησης που διάφορες κυβερνήσεις επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν για να αντιμετωπίσουν την κρίση φέρνει την ελληνική κυβέρνηση αντιμέτωπη με τη διάσταση του ελληνικού δημοσιονομικού προβλήματος.

Από τη μία μεριά η ύφεση ξεκίνησε ως χρηματοπιστωτική κρίση, και οι διεθνείς οίκοι αποδίδουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην δημοσιονομική αξιοπιστία του κάθε κράτους αλλά και στις προοπτικές ανάπτυξης της κάθε χώρας μέσα σε δυσμενείς οικονομικές συνθήκες. Από την άλλη μεριά, το ύψος του χρέους περιορίζει τη δυνατότητα της ελληνικής κυβέρνησης να δανειστεί, αυτή τη φορά όχι για να καταναλώσει η να σπαταλήσει μεγάλα ποσά, αλλά αν επιθυμεί, να ενισχύσει τις δημόσιες επενδύσεις και καλύπτοντας τις αυξημένες κοινωνικές δαπάνες στη δύσκολη οικονομική περίοδο.

Τη στιγμή που η Βρετανία μειώνει το ΦΠΑ σε 15 τοις εκατό, η χώρα μας αύξησε το ΦΠΑ στο 19 τοις εκατό τον περασμένο χρόνο για να καλύψει τις τρύπες του προϋπολογισμού. Παράλληλα με τη δημοσιονομικά βάρη, οι ελληνικές κυβερνήσεις παρασυρμένες από τα κοινοτικά κονδύλια που εισέρεαν στα ταμία του κράτους εδώ και δυόμισι δεκαετίες, και με την άνεση της ασφάλειας του ευρώ πρόσφατα, πραγματοποίησαν μερικές μόνο από τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα έδιναν αέρα στην ελληνική οικονομία. Την εποχή που η χώρα είχε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, είδαμε δειλά μέτρα για μεταρρύθμιση στην παιδεία και την οργάνωση του κράτους, και απογοητευτικά αποτελέσματα στον εξορθολογισμό των δαπανών και στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Για την Ελλάδα ισχύει η φράση ότι αν δε φτιάχνεις της στέγη όταν ο ήλιος λάμπει, δε μπορείς να τη διορθώσεις στη βροχή.

Πότε λοιπόν θα γίνουν βαθιές τομές; Αν ως σύγχρονοι Επιμηθείς κινηθούμε τελευταία στιγμή σε περίοδο ύφεσης και, χειρότερα, όταν τα κοινοτικά κονδύλια θα σταματήσουν να εισρέουν στη χώρα μας την ερχόμενη δεκαετία, οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να είναι πιο βαθιές και πιο επίπονες, και το πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό θα είναι πολύ πιο δυσμενές. Δυστυχώς για την χώρα μας η οικονομική κρίση τη βρίσκει όχι μόνο ευάλωτη οικονομικά, αλλά σε μια περίοδο όπου η παραμικρή θρυαλλίδα πυροδοτεί εκρήξεις οργής, και κάθε πρόταση μεταρρύθμισης συναντά την δυσπιστία της κοινής γνώμης.

Από τη μια υπάρχει η αίσθηση ότι η χώρα δεν πάει καλά. Τα υπαρκτά προβλήματα των νέων και η οικονομική ανασφάλεια για τις ελληνικές οικογένειες συναντούν την αναξιοκρατία, την ευνοιοκρατία και μια παρέλαση σκανδάλων που υπονομεύει την αξιοπιστία κάθε μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας.

Ταυτόχρονα η γενικευμένη απογοήτευση εκτρέπεται από ιδεοληψίες που αντέχουν χρόνια στην ελληνική κοινωνία, και δεν μετατρέπεται σε κοινωνική στήριξη για προσαρμογή στις απαιτήσεις των καιρών. Αντί για σύγχρονες πολιτικές ο κόσμος ακόμα γοητεύεται από παρωχημένες φρασεολογίες και ταμπουρώνεται πίσω από συντηρητικές θέσεις, είτε από τα δεξιά ή είτε από τα αριστερά. Η Ελλάδα ζει το δικό της winter of discontent, μια περίοδο αναταραχής αντίστοιχη με τη αποκορύφωση στη Βρετανία το χειμώνα του 1979 του οικονομικού τέλματος της δεκαετίας του 70 που ταλάνισε τις εργατικές και συντηρητικές κυβερνήσεις της εποχής. Το ζήτημα για την κοινωνία μας είναι η έκρηξη οργής των νέων και η πνιγηρή απογοήτευση των μεγαλυτέρων να βρουν τη δυνατή εκείνη πρωτοβουλία που θα τις μετατρέψουν σε δημιουργική στήριξη για γενναίες μεταρρυθμίσεις, ιδίως στη δημόσια διοίκηση και στην παιδεία. Για μεταρρυθμίσεις με κοινωνική συναίνεση απαιτούνται πρωτοβουλίες για αλλαγή παραδείγματος από πρόσωπα με ανοιχτούς ορίζοντες και αξιοπιστία.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Φταίει για όλα το ΠΑΣΟΚ;

Για πολλούς οι αιτίες της σημερινής κρίσης εντοπίζονται στην πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ (1981-1989) και στη λαικίστικη οικονομική πολιτική παροχών με δανεικά του Ανδρέα Παπανδρέου που η περιβόητη φράση «Τσοβόλα δώστα όλα» συνοψίζει. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη.

Είναι γεγονός ότι την οκταετία ΠΑΣΟΚ το χρέος εκτοξέυθηκε από το 30% του ΑΕΠ στο 80% ενώ η οικονομία γνώρισε μια περίοδο ύφεσης, πληθωρισμού και επενδυτικής άπνοιας. Το πελατειακό κράτος διευρύνθηκε προς τα αριστερά εντάσσοντας τους μη προνομιούχους. Το 1990 η Ελλάδα κατέληξε να θεωρείται το ΄μαύρο πρόβατο’ της Ευρώπης και οι εκτιμήσεις ‘ηταν ότι η Ελλάδα θα προσφύγει στο ΔΝΤ καθώς οι προβλέψεις για το χρέος μιλούσαν για ύψος 200% του ΑΕΠ για το έτοσ 1993.

Ωστόσο, η οικονομική πολιτική του ΠΑΣΟΚ την περίοδο αυτή μπορεί να κατανοηθεί πλήρως  στα πλαίσια του κυρίαρχου μοντέλου ανάπτυξης στην μεταπολεμική Ελλάδα και υπό το πρίσμα των οικονομικών και πολιτικών δεδομένων της εποχής.

Η συνταγή ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε συνέχεια της οικονομικής πολιτικής της ύστερης κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας (1977-1981) η οποία αντιμέτωπη με μια σοβούσα οικονομική κρίση, αύξησε τις δημόσιες δαπάνες και επεξέτεινε το δημόσιο τομέα με το μεγαλύτερο σε όγκο κύμα κρατικοποιήσεων στην ελληνική ιστορία.

Ηταν μια πολιτική «απάντηση» ΄στη γενικευμένη κρίση  του οικονομικού μοντέλου που ακολούθησε η μεταπολεμική Ελλάδα με το οποίο η χώρα έκτισε την παραγωγική της βάση σε σαθρά θεμέλια: κρατική προστασία, ευνοιοκρατία, αυταρχικές πολιτικές συμπίεσης του κόστους εργασίας μέσω άμεσων κρατικών παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας.

Συγκεκριμένα, η μεταπολεμική οικονομία στηρίχθηκε στις προστατευτικές πολιτικές της «αντικατάστασης εισαγωγών» (import subsititution) που δημιούργησαν για την ελληνική βιομηχανία συνθήκες «θερμοκηπίου» . για βιομηχανίες εντάσεως εργασίας. Οι συνθήκες αυτές κατέστησαν την ελληνική βάση μη ανταγωνιστική. Ήδη από τη δεκαετία του 70 η ελληνική οικονομία ήταν ιδιαίτερη ευάλωτη στο διεθνή ανταγωνισμό και μια σειρά επιχειρήσεων παρήγαγαν ελλείμματα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 70, η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε περίοδο μειωμένης ανάπτυξης και σχεδόν ύφεσης προς το τέλος της δεκαετίας. Η απάντηση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας είναι η εκτατεμένη κρατικοποίηση των «προβληματικών επιχειρήσεων», η περιβόητη κρατικοποίηση της Εμπορικής  και μεταλλείων. Η απασχόληση στο δημόσιο εκτοξέυτηκε ενώ τα ελλείμματα του ισοζυγίου πληρωμών καλύπτονταν από εκτεταμένο κρατικό δανεισμό που αυξανόταν όσο πλησίαζαν οι εκλογές και οι απαραίτητες προεκλογικές παροχές.

Το ΠΑΣΟΚ το 1981 κληρονόμησε μια κρατικίστικη και πελατειακή παράδοση και εγκατέστησε το δικό του δίκτυο πελατειακών σχέσεων και ευνοούμενων επιχειρηματιών. Αν και η στρατηγική αυτή εξηγείται με όρους θεωρίας παιγνίων, το ΠΑΣΟΚ όντως φέρει ιστορική ευθύνη για το κομμάτι που του αναλογεί.

Σε καμία περίπτωση, όμως, η παράδοση του πελατειακού κράτους δεν ήταν δημιούργημα της οκταετίας του ΠΑΣΟΚ. Ήταν τα θαλασσοδάνεια και οι επιχορηγήσεις στους πελάτες του πολιτικού συστήματος στη μεταπολεμική Ελλάδα που εδραίωσαν και διαιώνισαν την παράδοση της διαφθοράς και της ευνοιοκρατίας. Η παράδοση αυτλη ενίσχυσε την αίσθηση αδικίας που οι αποκλεισμένοι Έλληνες της αριστεράς και του κέντρου ένιωθαν έναντι ενός ημιαυταρχικοκράτους.Η πελατειακή στρατηγική του ΠΑΣΟΚ και η εκτεταμένη παροχολογία του Ανδρέα Παπανδρέου έγιναν δεκτά από αυτό το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας – τους μη προνομιούχους – ως αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας.

Τα θεμέλια της σημερινής διπλής, δημοσιονομικής και οικονομικής, κρίσης εντοπίζονται στα ερείπια της μετεμφυλιακής Ελλάδας και στις αρπαχτικές διαθέσεις μιας νεόκοπης και κρατικοδίαιτης οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Οι ιστορικές όμως ευθύνες καλύπτουν και τους δυο μεγάλους πολιτικούς χώρους που αναπαρήγαγαν, ανανέωσαν και ενίσχυσαν την σαθρή κρατικοδίατη μορφή ανάπτυξης με τα παρεπόμενά της: διαφθορά και πελατειακές σχέσεις. Την κληρονομιά αυτής της περιόδου θα φέρουν στους ώμους τους οι σημερινές γενιές για πολλές δεκαετίες.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης. Τι μας διαφεύγει από την ιδιαιτερότητα του ελληνικού προβλήματος

Γνωρίζουμε ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι διπλό: δημοσιονομικό και πρόβλημα πραγματικής οικονομίας. Εν ολίγοις, από τη μια τα οικονομικά του κράτους στηρίζονται σε ελλείμματα που δημιουργούν ένα αβάστακτο δημόσιο χρέος με αυξανόμενες δανειακές ανάγκες και από την άλλη η ελληνική οικονομία δεν παράγει τόσο όσο να συντηρήσουμε το σημερινό επίπεδο στις δημόσιες δαπάνες και να αποπληρώνουμε τα χρέη μας.

Γνωρίζουμε επίσης ότι τα δυο προβλήματα είναι αλληλένδετα. Το κράτος διογκώθηκε σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του με έσοδα από την εγχώρια οικονομία και έτσι χρειάστηκε για δεκαετίες εξωτερικό δανεισμό. Αυτό είναι το ένα σκέλος του προβλήματος. Η πραγματική οικονομία από την άλλη – η παραγωγική βάση της δηλαδή – δέχτηκε εξωγενή σοκ ήδη από τη δεκαετία του 70 και προς απάντηση οι κυβερνήσεις της εποχής αποφάσισαν να διογκώσουν το κράτος ώστε να απορροφήσουν την ανεργία και να τονώσουν –με δανεικά – την εσωτερική αγορά ήδη από τη δεκαετία του 80. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε μια τεχνική φούσκα ευημερίας αλλά και ετέθη σε λειτουργία μια ωρολογιακή βόμβα για επερχόμενη κρίση χρέους.

Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε γλαφυρά τη σημερινή κατάσταση ελληνικής οικονομίας ως ένα καράβι που πλέει ανάμεσα στη ‘Σκύλλα και τη Χάρυβδη». Καλούμαστε, δηλαδή, να λάβουμε μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης που θα περιορίζουν τα έξοδα του κράτους και θα αυξάνουν τα έσοδα. Ωστόσο τα μέτρα μείωσης των εξόδων αφαιρούν χρήμα από τη φούσκα της πραγματικής οικονομίας και επιταχύνουν την αποδιοργάνωση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας στο σημαντικό αυτό ποσοστό που προσανατολιζόταν στην εσωτερική κατανάλωση. Θύματα της είναι όχι μόνο τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία ή τα καταστήματα ρούχων, αλλά και οι εγχώριες τράπεζες, η τηλεφωνία, οι επενδύσεις σε ενέργεια, συγκοινωνίες, ασφάλειες κτλ. Ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομίας που απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους και δίνει έσοδα μέσω της φορολογίας στο κράτος στο οποίο απασχολούνται οι άλλοι μισοί Έλληνες.

Από την άλλη, καθώς συρρικνώνεται η εσωτερική αγορά είναι απορίας άξιο πως μπορεί η κυβέρνηση να περιμένει αύξηση εσόδων από την αύξηση της φορολογίας. Οι φόροι επιβάλλονται ως ποσοστό της οικονομικής δραστηριότητας, και όταν η τελευταία συρρικνώνεται, μειώνονται και τα έσοδα του δημοσίου από φόρους ως απόλυτος αριθμός ακόμα κι αν αυξήθηκε η φορολογία ως ποσοστό. Απλά μαθηματικά: λαμβάνουμε περισσότερα με 20% από τα 100 και λιγότερα με 23% από τα 80. Η καμπύλη του Laffer υποδεικνύει ότι περισσότερος φόρος πέρα από ένα σημείο μειώνει την οικονομική δραστηριότητα καθώς οι οικονομικοί δρώντες περιορίζουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση. Ένα άλλο ενδεχόμενο σε μια ανοικτή οικονομία είναι ότι πολλοί εγχώριοι επενδύτες απλά θα τα «μαζέψουν και να φύγουν». Η Βουλγαρία δεν είναι εξάλλου μακριά.

Αυτές οι διαπιστώσεις ώθησαν πολιτικούς της αντιπολίτευσης να μιλήσουν για μειώσεις φόρων προκειμένου να γίνει μια επανεκκίνηση της οικονομίας. Το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας και η ανάγκη να μην αφήσει το τεράστιο έλλειμμα της να ξεφύγει για το τρέχον έτος φαίνεται ότι έπεισαν κυβέρνηση και τρόικα να παρακάμψουν την πρόταση αυτή ως μη ρεαλιστική – για να το πω χονδροειδώς – καλύτερα 23% από τα 80 τώρα παρά 20% από τα 100, άλλωστε με το σκεπτικό αυτό μπορεί να μην είναι 100 η φορολογητέα βάση αύριο και χωρίς να επιβληθούν επιπρόσθετοι φόροι.

Με την αύξηση όμως των φόρων, η φούσκα της εσωτερικής κατανάλωσης ξεφουσκώνει πιο γρήγορα και δυστυχώς η ελληνική οικονομία δεν έχει το χρόνο να αναδιαρθρώσει την παραγωγική της βάση.

Η κρίσιμη επομένως μεταβλητή είναι ο χρόνος. Χρόνος για την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Η Ελλάδα χρειάζεται χρόνο ώστε η πραγματική οικονομία της να αναδιαρθρωθεί για να σταθεί στα πόδια της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας βάσει των όποιων ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της και χωρίς την ανάγκη υπέρμετρου εξωτερικού δανεισμού.

Στο σημείο αυτό εντοπίζω και το κρίσιμο λάθος του Μνημονίου που, δίνοντας έμφαση στη γρήγορη προσαρμογή μέσα σε διάστημα τριών ετών, παρέκαμψε τη βάση του δημοσιονομικού προβλήματος που είναι η αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας, περιορίζοντας το σε «πρόβλημα ανταγωνιστικότητας».

Θα ήθελα να τονίσω ότι άλλο το «πρόβλημα ανταγωνιστικότητας» και άλλο το «πρόβλημα αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης». Εδώ έρχεται και η κρίσιμη επισήμανσή μου για το λάθος εκτίμησης που στοιχίζει ακριβά στην ελληνική οικονομία.

Πρόβλημα ανταγωνιστικότητας σημαίνει ότι η υπάρχουσα βιομηχανία μιας χώρας, με την οποία και εντάσσεται στη διεθνή οικονομία έχοντας ήδη αναπτύξει συγκριτικό πλεονέκτημα από καιρό, αντιμετωπίζει σε κάποια χρονική στιγμή προβλήματα ενδογενή ή εξωγενή που την καθιστούν μη ανταγωνιστική, με αποτέλεσμα να χάνει μερίδιο στις διεθνείς αγορές. Οι αιτίες μπορεί να πολλές: μια ανισορροπία κόστους παραγωγής (υψηλοί μισθοί) και διεθνών τιμών, προσωρινή τεχνολογική υστέρηση, ή μια πτώση των διεθνών τιμών λόγω υπερπαραγωγής ή πτώσης της διεθνούς ζήτησης. Τα μέτρα που λαμβάνονται προσαρμόζουν το κόστος παραγωγής και την παραγωγικότητα – ενδεχομένως σε συνδυασμό με νέες τεχνολογίες – ώστε να καταστεί η υπάρχουσα βιομηχανία και πάλι ανταγωνιστική.

Επομένως, η έννοια της ανταγωνιστικότητας αφορά μια υπάρχουσα παραγωγική δομή – με εξαγωγικό προσανατολισμό στη περίπτωση εθνικών οικονομιών– που έχοντας κερδίσει μερίδιο στις διεθνείς αγορές κλονίζεται από ενδογενή προβλήματα ή εξωγενή σοκ και , ως εκ τούτου, λαμβάνει μέτρα προσαρμογής. Μειώνει μισθούς, απολύει προσωπικό, επενδύει σε νέα προϊόντα, ψάχνει νέες αγορές, εντατικοποιεί την παραγωγική διαδικασία κτλ.

Με εξαίρεση τις λίγες εναπομείναντες εξαγωγικές βιομηχανίες – που παρεμπιπτόντως σε γενικές γραμμές πάνε καλά – η Ελλάδα αντιμετωπίζει πρόβλημα αναδιάρθρωσης της παραγωγικής της βάσης. Η οικονομία της είναι σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη στην εσωτερική κατανάλωση , στη φούσκα δηλαδή από δανεικά που ξεφουσκώνει απότομα.. Με πολύ απλά λόγια, δεν υπάρχουν αρκετές εξαγωγικές βιομηχανίες ώστε να μπορούμε να μιλάμε για προβλήματα ανταγωνιστικότητας.

Με δεδομένη την αλληλένδετη κρίση χρέους-παραγωγικής δομής η ελληνική οικονομία πρέπει να κτιστεί σχεδόν από την αρχή στη βάση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων που θα αποκτήσει στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Αυτή η διαδικασία αναδιάρθρωσης θέλει χρόνο: χρόνο για να γίνουν νέες επενδύσεις, χρόνο που δε δίνει το πιεστικό μνημόνιο.

Η Ρώμη δε φτιάχτηκε σε μια μέρα. Στη δεκαετία του 2000 οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν το πλεονέκτημα του φτηνού δανεισμού που επέτρεπε μια ήπια διπλή προσαρμογή: δημοσιονομική εξυγίανση και διαδικασία παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Μια λύση δημοσιονομική σήμερα σε συνθήκες κρίσης δανεισμού είναι μια ανθρωποθυσία αν δεν υπάρξει παράλληλη μέριμνα για την ανάγκη να αφεθούν οι οικονομικοί επενδυτές, ξένοι και Έλληνες, να επενδύσουν στην Ελλάδα σε τομείς όπου η Ελλάδα θα αποκτούσε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αν οι δανειστές μας από τα Ευρωπαϊκά κράτη και το ΔΝΤ έδιναν φτηνό δανεισμό για μεγαλύτερο χρόνο, θα έδιναν μεγαλύτερο περιθώριο για να λειτουργήσουν παράλληλα μέτρα για την πραγματική οικονομία παράλληλα με άμεση μείωση των δημοσίων δαπανών που κατευθύνονται σε δαπάνες εισαγωγών και μικρότερη φορολογική επιβάρυνση της επενδυτικής δραστηριότητας.

Προσοχή όμως Η παραγωγική βάση δε χρειάζεται «επανεκκίνηση» των υφιστάμενων παραγωγικών δομών, αλλά «αναδιάρθωση» σε νέους παραγωγικούς τομείς.  Σε αντίθεση με όσους υποστηρίζουν ότι χρειάζονται μέτρα τόνωσης της υπάρχουσας οικονομίας, οι μεταρρυθμίσεις και τα νέα μέτρα δε θα σχεδιάζονταν για να συντηρήσουν με δημόσιες δαπάνες τομείς της οικονομίας που ανήκουν στη φούσκα εσωτερικής κατανάλωσης γιατί απλά θα ξεφούσκωνε με πιο αργό θάνατο από αυτόν που επιβάλλει σήμερα το μνημόνιο. Αντίθετα, τα μέτρα θα στοχεύουν στην ενθάρρυνση νέων επενδύσεων όπως, για παράδειγμα, με την επιτάχυνση της επίλυσης διαφορών με τη Διοίκηση και των διαφορών μεταξύ ιδιωτών στα δικαστήρια. Οι γενικές αυτές ρυθμίσεις, πιστεύω, θα λειτουργήσουν σε τομείς όπου υποψιαζόμαστε ότι η Ελλάδα μπορεί να αναπτύξει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα: τουρισμός, υποδομές διαμετακομιστικές, ποιοτικά αγροτικά προϊόντα, βιομηχανίες τροφίμων, καλλυντικών, φαρμάκων που συνδέονται με αγροτική παραγωγή, ιδιωτική αγγλόφωνη παιδεία σε πρώτη φάση.

Μια κρίσιμη διαπίστωση είναι ότι τα κλασικά οικονομικά των εξισώσεων και των μαθηματικών μοντέλων όπως αυτά διαπερνούν τη φιλοσοφία του Μνημονίου δεν μπορούν να συλλάβουν και να αντιμετωπίσουν την ιδιαιτερότητα του ελληνικού προβλήματος, που παρουσιάζει ομοιότητες με άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Για δεκαετίες η πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε κορυφαία ιδρύματα είχε αναπτύξει ένα ξεχωριστό κλάδο σπουδών που μελετούσε τις ιδιαιτερότητες της οικονομικής ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Τώρα που η Ασία ανεβαίνει σε ευημερία, το ερώτημα είναι μήπως χρειαζόμαστε έναν τομέα σπουδών με αντίστοιχη ποιοτική μελέτη των χωρών σε οικονομική παρακμή;

Η δεύτερη επισήμανση μου είναι ότι το απότομο ξεφούσκωμα της φούσκας -όπως ονομάσαμε την ελληνική οικονομία με το χρόνιο προσανατολισμό της στην εσωτερική κατανάλωση στηριζόμενη σε δανεικά μέσω δημοσίων δαπανών – δε θα επιταχύνει την παραγωγική αναδιάρθρωση αυτή στο βαθμό που οικονομικοί πόροι θα βγαίνουν από τη χώρα για να επενδυθούν στο εξωτερικό . Η Βουλγαρία είναι δίπλα, θα τονίσω και πάλι. Αντίθετα φοροεισπρακτικά μέτρα απότομης λιτότητας επιταχύνουν τη διαδικασία που ονομάζουν κάποιοι «εσωτερική υποτίμηση» τόσο των περιουσιακών στοιχείων όσο και των μισθών, και τοποθετούν μια βόμβα στα θεμέλια του τραπεζικού συστήματος που για μια δεκαετία τώρα δίνει ενυπόθηκα δάνεια με τιμές μισθών και ακινήτων δεκαετίας του 2000. Με τη εσωτερική υποτίμηση το κόστος των ενυπόθηκων δανείων θα υπερβεί κατά πολύ τη μειωμένη αξία των υποθηκευμένων ακινήτων, ενώ η πτώση μισθών και η ανεργία θα δυσκολέψουν ακόμα περισσότερο την αποπληρωμή των δανείων. Η κατάσταση αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τις ελληνικές τράπεζες και το ελληνικό δημόσιο που εγγυάται τις καταθέσεις μας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής: Σε ενδεχόμενο μιας τραπεζικής κρίσης – το θέτω ως υπόθεση εργασίας χωρίς να λέω ότι είναι απαραίτητα πιθανό – είναι δυνατό το χρεοκοπημένο κράτος να εγγυηθεί καταθέσεις χρεοκοπημένων τραπεζών;

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ανάμεσα στο κράτος και την αγορά: μέρος 1ο. η φιλελεύθερη θεώρηση της οικονομίας

Για πολλούς, ο φιλελευθερισμός ως πολιτική και οικονομική θεωρία έχει ταυτιστεί με το χώρο της δεξιάς, ειδικά μετά τις πολιτικές μείωσης της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και απελευθέρωσης αγορών που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις  της Μάργκαρετ Θάτσερ και του Ρόναλντ Ρήγκαν.

Η θεώρησή του φιλευθερισμού γίνεται πιο σύνθετη και πολύπλοκη όταν σταδιακά απο τη δεκαετία του 80 τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη ακολουθούν οικονομική πολιτική προς φιλελεύθερη κατεύθυνση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο ιδεολογικός τόνος που δόθηκε στη στροφή αυτη: χωρίς  κωδονοκρουσίες και χωρίς πυροτεχνήματα αλλά με υποβόσκοντα αισθήματα ενοχής και με απουσία ενός υπερασπιστικού  λόγου  με αυτοπεποίθηση και δυναμισμό. Η απελευθέρωση αγορώνκαι οι ιδιωτικοποιήσεις  προβλήθηκαν  περισσότερο σαν αναγκαστική προσαρμογή στην κυρίαρχη ιδέα ότι το κράτος μπορεί να διαδραματίσει ενεργό «κοινωνικό» ρόλο όχι μόνο στη ρύθμιση της αγοράς αλλά και στην παραγωγή προϊόντων και στην παροχή υπηρεσιών, ειδικά σε τομείς «κοινής ωφέλειας». Από τους αντιπάλους και τους ιδεολογικά απογοητευμένους , η στροφή αυτή θεωρήθηκε αποστασία από τις βασικές αρχές της σοσιαλδημοκρατίας για κοινωνική δικαιοσύνη μέσω της παρέμβασης του κράτους.

Η στάση αυτή ερμηνεύεται από το γεγονός ότι η θεώρηση του κράτους ως δύναμης κοινωνικής αλλαγής προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης – όπως κατα καιρούς ερμηνεύτηκε από την αριστερά – οδήγησε στη μετατόπιση του φιλελευθερισμού από «προοδευτική» ιδεολογία σε «συντηρητική» ιδεολογία.

Ιστορικά, φιλελεύθερες ιδέες έγιναν ιδεολογικό εργαλείο απελευθέρωσης από την τυραννία και την αυθαιρεσία της αριστοκρατικής καταγωγής. Αποτέλεσαν μια δύναμη προοδευτικής αλλαγής. Στάθηκαν απέναντι στο προϋπάρχον σύστημα οικονομικών προνομίων, απέναντι στη χρήση της κρατικής βίας για το άνοιγμα και την υπεράσπιση αγορών κατά περίοδο της αποικιοκρατίας και απέναντι στην εξαναγκαστική εργασία και το θεσμό της δουλείας.

Στο βαθμό όπως που νέες πολιτικές δυνάμεις στράφηκαν στο κράτος ως την κινητήρια δύναμη κοινωνικής αλλαγής, και αποδεχόμενη τηςν εργατική θεωρία της αξίας που ανέπτυξε ο Μαρξ,  η αριστερά εξοβέλισε τις φιλελεύθερες οικονομικές ιδέες  εξοβελίστηκαν  στη πλευρά της ¨συντήρησης».

Οι αποτυχίες της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία φέρνουν στην επιφάνεια τη θεώρηση της φιλελεύθερης οικονομικής σκέψης, τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, τη δικαιολογητική βάση και την κριτική που ασκείται.

Ενώ η θεμελιακή αξία του φιλελευθερισμού  απορρίπτει τη χρήση κρατικής βίας και εξαναγκασμού στις οικονομικές σχέσεις  σε παλίες ιστορικές εκφάνσεις της,   από την αποικιοκρατική εκμετάλλευση λαών στο όνομα του βασιλιά ή του έθνους στην Αμερική, Αφρική και Ασία, ως τον εμπορικό προστατευτισμό του μεσοπολέμου στο όνομα του πατριωτισμού,  θεωρήθηκε ότι συγκρούεται και  με τα εργαλεία με τα οποία θα επιδιωχθεί η κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή με την ουσια του αναδιανεμητικού κράτους.

Στην απόλυτη μορφή της, η φιλελεύθερη στάση απορρίπτει κάθε κρατική η παρέμβαση που αναδιανέμει προς συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων ακόμα κι αν αυτό επικροτείται από την πλειοψηφία.  Η  ουσία της φιλελεύθερης οικονομικής φιλοσοφίας συνοψίζεται στην αρχή ότι η παραγωγική διαδικασία και οι ανταλλαγές με τις οποίες διανέμεται το οικονομικό προϊόν πρέπει να αφεθεί στις αποφάσεις ιδιωτών, των παραγωγών και των καταναλωτών.  Η στάση αυτή αντανακλά τοσο μια γενικότερη και αδιαπραγμάυτη τοποθέτηση της ατομικής ελευθερίας ως προτεράιας αρχής έναντι όπων των άλλων στοχεύσεων, όσο και τη  δυσπιστία και στο φόβο για τις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες από την κυριαρχία στην οικονομική ζωή ενός οργανισμού που κατέχει το μονοπώλιο επί της άσκησης καταναγκασμού.

Η πολιτική αυτή φιλοσοφία συνοδεύεται από επιχειρήματα περί της (μεγαλύτερης) οικονομικής αποτελεσματικότητας της ελεύθερης αγοράς έναντι του κράτους.

Επιγραμματικά, το κράτος, υποστηρίζεται, καταλαμβάνεται από συμφέροντα και διαπλέκεται με ομάδες συμφερόντων (κατά τη θεωρία της δημόσιας επιλογής), ενώ επίσης καμία κυβέρνηση η γραφειοκρατική υπηρεσία δεν είναι παντογνώστης ώστε να προγραμματίζει και να παίρνει τις σωστές οικονομικές αποφάσεις (σύμφωνα με τον Χάγιεκ και το πρόβλημα της γνώσης).

Οι φιλελεύθεροι αντιτίθενται στον μονεταρισμό και στον «ξάδελφο» του, κεΐνσιανισμό με δύο βασικά αιτιολογικά:  (α) από οικονομική πλευρά, κάθε παρέμβαση του κράτους αλλοιώνει τη λειτουργία των τιμών που μπορούν να οδηγούν την οικονομία σε κατάσταση ισορροπίας μετά από μικρές κρίσεις (αντίθετη άποψη Κέινς).

Κατά την άποψη αυτή, ακόμα κι αν δεχθούμε ότι η αυτόματη προσαρμογή ζήτησης και προσφοράς παίρνει χρόνο (ή γίνεται σε πιο χαμηλά επίπεδα προϊόντος οπότε έχουμε ανεργία και σπιράλ ύφεσης), η  κρατική παρέμβαση (κεΐνσιανής ή μονεταριστικής  έμπνευσης), θα επιδεινώνε τα πράγματα, γιατί πολύ πιθανόν το κράτος  να έριχνε χρήμα σε τομείς της οικονομίας μη ανταγωνιστικούς, κρατώντας τους  στη ζωή με τεχνικά μέσα και αποτρέποντας την μεταφορά πόρων σε τομείς ανταγωνιστικούς. Καθώς το κράτος δε γεννάει χρήματα χωρίς κόστος συνληθως σε αυξημένο πληθωρισμό αργά ή γρήγορα,  δανείζεται ή φορολογεί. Με το να ρίχνει το χρήμα των φορολογουμένων σε βιαστικές επενδύσεις σε τομείς αναποτελεσματικούς, αφενός εκτρέπει πόρους από τους φορολογούμενους ιδιώτες και συσσωρεύει χρέος που πρέπει αργότερα να αποπληρώσει.. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι κυβέρνησεις κινούνται κάτω από εκλογικές πιέσεις και συχνά ενδίδουν σε πελατειακές σχέσεις.

Η κυριότερη διαφωνία ανάμεσα στους φιλελεύθερους  αφορά  το επιθυμητό βαθμό κρατικής παρέμβασης. Οι περισσότεροι φιλελεύθεροι αποδέχονται την ελάχιστη κρατική παρέμβαση  στην οικονομική ζωή στο βαθμό και στην έκταση  που μπορεί να διορθώσει  τις αποτυχίες του μηχανισμού της αγοράς π.χ. να τιμωρήσει όποιον μολύνει με την επιχείρηση του- ή με πιο τεχνικούς όρους  όταν ο ιδιώτης προκαλεί μια αρνητική «εξωτερικότητα» –  και όταν μόνο κράτος  μπορεί να παρέχει αγαθά που η ιδιωτική αγορά δεν μπορεί να παρέχει γιατί δε μπορεί να εξασφαλίσει κάποια αντιπαροχή από όλους αυτούς στους οποίους το αγαθό προσφέρεται (τα λεγόμενα δημόσια αγαθά με τη στενή  έννοια, όπως δημόσια ασφάλεια). Για παράδειγμα, εγώ ως ιδιώτης κατασκευάζω έναν φάρο με δικά μου κεφάλαια αλλά  δεν μπορώ να αποκλείσω από τη χρήση του αγαθού που προσφέρω όσα  πλοία επωφελούνται από τη λειτουργία του φάρου αλλά δεν με πληρώνουν για την επένδυση που πραγματοποίησα.

Τόσο οι φιλελεύθεροι όσο και  οι Κεϊνσιανοί οικονομολόγοι και οι σύμμαχοί τους σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν βρει μέχρι στιγμής πειστικά επιχειρήματα για τη κριτική που τους ασκείται: για τους φιλελεύθερους,  η κριτική αφορά το πώς θα διορθωθούν οι αποτυχίες της αγοράς εν απουσία κρατικής παρέμβασης, ενώ είναι κυρίαρχη η άποψη ότι ελεύθερη αγορά σημαίνει όξυνση της εισοδηματικής ανισότητας – αν και πολλά μπορούν να ειπωθούν υπέρ και κατά αυτής της πρόβλεψης- Για τους κεΐνσιανούς-σοσιαλδημοκράτες η κριτική έγκειται στο πώς θα αποτραπούν οι αποτυχίες του κράτους που προκύπτουν ως τις παθογένειες της κρατικής επέμβασης στην οικονομία –σπατάλη, πελατειακές σχέσεις, διαφθορά, εξυπηρέτηση ειδικών συμφερόντων και αδυναμία πρόβλεψης που προκαλεί σοβαρά λάθη οικονομικής πολιτικής.

Για πολλούς φιλελεύθερους, ωστόσο, οι διαφωνίες των οικονομολόγων καταλαμβάνουν δευτερεύουσα θέση από τη στιγμή που βασική αφετηρία στην αντίθεση τους σε κάθε μορφής κρατική επέμβαση στην οικονομία δεν έχει να κάνει τόσο με επιχειρήματα οικονομικής αποτελεσματικότητας όσο με την ίδια την αρχή της οικονομικής ελευθερίας, ως αναπόσπαστης διάστασης της ελευθερίας του ανθρώπου, την οποία και ανάγουν σε θεμελιακή αξία.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

ΔΝΤ, Φιλελευθερισμός, και η μεγάλη παρεξήγηση.



Αφορμή για την παρέμβασή μου υπήρξε η εκτενής δημοσιογραφική χρήση του όρου νεοφιλελεύθερη λαίλαπα για τις πρόσφατες αλλαγές στο εργασιακό που επέφερε το Μνημόνιο που υπέγραψε η χώρα μας με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μπορείς να συμφωνείς ή να διαφωνείς με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, η με ορισμένες αναλύσεις και προτάσεις του, αρκεί να ξέρεις περί τίνος πρόκειται.

Δεν υπάρχει τίποτα το φιλελεύθερο στην εισοδηματική πολιτική που ανακοινώθηκε πρόσφατα ως υποχρέωση της χώρας εκπορευόμενη από την υπογραφή του Μνημονίου, η οποία επιβάλλει ένα κατώτατο επίπεδο μισθού, καθορισμένους γύρω στα 600 ευρώ για νέους εργαζόμενους και λίγο παραπάνω για τους υπόλοιπους και πάγωμα των μισθών στον ιδιωτικό τομέα για μια τριετία.

Αντίθετα, για να είμαστε σύμφωνοι με τη φιλελεύθερη οικονομική φιλοσοφία, οι μισθοί πρέπει να καθορίζονται από τους ενδιαφερόμενους μέσω διαπραγματεύσεων χωρίς κρατική παρέμβαση, ενώ αυτό το πλαίσιο αποδέχεται τόσο την ατομική όσο και τη συλλογική διαπραγμάτευση μισθών (π.χ. ανάμεσα σε ΓΣΕΕ και εργοδότες), αρκεί η συμφωνία και οι ρήτρες για τη μη τήρηση της να δεσμεύουν μόνο όσους φορείς την υπέγραψαν.

Βάση αυτής της φιλελεύθερης φιλοσοφίας αποτελεί η αρχή ότι οι οικονομικές συναλλαγές πρέπει να είναι εθελοντικές συμφωνίες και η φιλελεύθερη στόχευση, να ξεριζωθεί από την οικονομική διαδικασία ο εξωτερικός καταναγκασμός, από το εξαλειφθεί η δουλεία τον 19ο αιώνα ως το να ελαχιστοποιηθεί η κρατική παρέμβαση  στις οικονομικές αποφάσεις ιδιωτών, ειδικά από τη δεκαετία του 70 και μετά.

Εξίσου μεγάλη παρεξήγηση  είναι και η ταύτιση ανάμεσα στον μονεταρισμό και στον οικονομικό φιλελευθερισμό. Πολλοί τον ταυτίζουν την πολιτική χρήματος που ακολούθησαν οι κεντρικές τράπεζες με εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Ωστόσο, ο μονεταρισμός αποτελεί μορφή κρατικής παρέμβασης στην οικονομία με εργαλείο τη νομισματική πολιτική (συναλλαγματική ισορροπία, επιτόκια, προσφορά χρήματος από την κεντρική τράπεζα) και ως εκ τούτου υφίσταται την ίδια κριτική με τον Keynes όσον αφορά την αλλοίωση που επιφέρει στο μηχανισμό των τιμών και στα σήματα που στέλνουν στους επενδυτές και καταναλωτές. Για τις ανεπιθύμητες παρενέργειες της πολιτικής αυτής και τη συμβολή της στην χρηματοπιστωτική κρίση έχουν γραφεί πολλά.

Οι φιλελεύθεροι θεωρούν ότι η  μονεταριστική πολιτική, όπως αυτή που ακολουθήθηκε από στις ΗΠΑ υπό τον επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Άλαν Γκρίνσπαν, είναι υπεύθυνη για μεγαλύτερες και πιο επώδυνες φούσκες στις αγορές που θα είχαν μικρότερη διάρκεια και ισχύ αν λειτουργούσε ο μηχανισμός της αγοράς χωρίς την επέμβαση της επιθετικής πολιτικής χρήματος από το κράτος, όπου επιτόκια και προσφορά χρήματος αυξάνονταν ή μειώνονταν με επιδιωκόμενο στόχο την αποτροπή της ύφεσης και με μόνη περιοριστική έγνοια να μην εκτιναχθεί ο πληθωρισμός. Στην ουσία, έδιναν παράταση ζωής σε μια φούσκα, ενώ η ύφεση που ερχόταν αναπόδραστα ήταν πολύ πιο επώδυνη.

Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Φιλελευθερισμός, η αριστερά και οι παρερμηνείες του

Ίσως ακούγεται ως έκπληξη για τους αριστερούς αναγνώστες  ότι οι «καπιταλιστές» δεν είναι απαραίτητα  φιλελεύθεροι. Πολλά παραδείγματα δείχνουν ότι η κρατική παρέμβαση «δημιούργησε» εκατομμυριούχους και η κρατική προστασία προστατεύει αναποτελεσματικές επιχειρήσεις από το κλείσιμο.  Π.χ. μη δυνάμενες να αντέξουν στο διεθνή ανταγωνισμό οι αυτοκινητοβιομηχανίες του Ντιτρόιτ,  επί χρόνια συμμαχούν επιλεκτικά με τα συνδικάτα  στην αυτοκινητοβιομηχανία και στηρίζονται στην αναπαραγωγή μιας εθνικιστική οικονομικής ρητορεία (δουλειές για τους Αμερικάνους) για να απαιτούν επιχορηγήσεις από την Αμερικανική κυβέρνηση που τους επιτρέπουν να λειτουργούν με τον ίδιο αναποτελεσματικό τρόπο σε βάρος των φορολογουμένων.

Αντίστοιχα. επιθέσεις κατά του φιλελευθερισμού εκτοξεύονται από όσες ομάδες συμφερόντων απολαμβάνουν την κρατική προστασία, την οποία ο φιλελευθερισμός έχει βάλει στο στόχαστρο.

Η πολιτική φαρέτρα του φιλελευθερισμού έχει χρησιμοποιηθεί επιλεκτικά και από τη δεξιά και από την αριστερά. Σύμμαχος τους ήταν άλλοτε η αδήριτη ανάγκη να ενθαρρυνθούν επενδύσεις, να απελευθερωθούν πόροι για παραγωγή και να μειωθεί το κράτος όπως επέβαλλε η κατάσταση στα δημοσιονομικά. Σύμμαχοί τους βρέθηκαν οι οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις που  ένιωθαν  ότι  η συγκριτικά τους πλεονεκτήματα θα τους εξασφαλίσουν κέρδη σε ένα περιβάλλον ελεύθερου ανταγωνισμού.

Τα παράδειγματα  της επιλεκτικής χρήσης φιλελεύθερων ιδεών είναι πολλά: στη Βρετανία, όταν τα μεγάλα σουπερ μάρκετ επιθυμούσαν να  επεκταθούν και να παρακάμψουν  την πολεοδομική ρύθμιση που προστάτευε εμμέσως τα μικρά παντοπωλεία σε μικρές πόλεις, έκαναν lobbying διατυμπανίζοντας τις αρετές του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αφού πέτυχαν την αλλαγή της νομοθεσίας και άνοιξαν καταστήματα παντού, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την προοπτική μια μεγάλη Αμερικανικής αλυσίδα σουπερ μάρκετ να επενδύσει στη Βρετανία, κάτι που θα απειλούσε το μερίδιο αγοράς τους. Για να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη, οι κυρίαρχες αλυσίδες σουπερμάρκετ συνασπίστηκαν με περιβαλλοντικές οργανώσεις για να πιέσουν την κυβέρνηση να επιφέρει αλλαγές στην πολεοδομική νομοθεσία ώστε να μην επιτραπεί η κατασκευή μεγάλων σουπερ μάρκετ (από την ανταγωνίστρια εταιρία) για «περιβαλλοντικούς λόγους».

Η περίπτωση αυτή καταδεικνύει ότι αντίπαλοι του φιλελευθερισμού είναι οι  ομάδες συμφερόντων και επιχειρηματίες που χρησιμοποιούν την κρατική προστασία καλυπτόμενοι πίσω από τις ιδέες του οικονομικού πατριωτισμού με σκοπό να αποφύγουν τις δυσκολίες του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Είναι λογικό. Όταν ως καπιταλιστής έχω ένα μεγάλο μέρος της αγοράς υπό τον έλεγχο μου χάρη στην κρατική προστασία (δασμοί, εξαγωγικές επιδοτήσεις, καθεστώς αδειοδότησης, φτηνός δανεισμός κτλ), οι φιλελεύθερες ιδέες περί ελεύθερου ανταγωνισμού είναι επικίνδυνες για τη δεσπόζουσα θέση μου. Προτιμώ να κατοχυρώσω τη θέση μου πίσω από κρατική προστασία. Ζητώ δασμούς για να μην έρχονται ανταγωνιστικά προϊόντα σε φτηνές τιμές, ζητώ φτηνά δάνεια και επιδοτήσεις από την πλάτη του φορολογούμενου.

Δυστυχώς, άθελά της, μέρος της αριστεράς έπαιξε δεύτερο βιολί στον οικονομικό κρατισμό, αναπαράγοντας την ιδέα του καλοπροαίρετου κράτους- αναδιανομέα, πάνω στην οποία έχουν στηθεί κυκλώματα σπατάλης και διαφθοράς.

Posted in Uncategorized | 2 σχόλια